| » Παρήλιον | » Σχεδόν πια ναυτικός | » Πόλεμος ήταν... πικραλίδες με αγάλματα | » Τα ανάλεκτα |
Στο καζίνο
(από τη συλλογή «Σχεδόν πια ναυτικός»)Μου άρεσε να παίζω, να τζογάρω, να παίρνω ρίσκο. Όλη μου η ζωή ήταν ένα ρίσκο! Και αυτό είχε κάτι από ευχή και κατάρα μαζί. Οι συνοδοί μου έτοιμοι για όλα, όπως και εγώ. Έβλεπα να ερεθίζονται στη θέα μου και ετοιμάζονταν για να με απολαύσουν στο τέλος κάθε παιχνιδιού, ή στο τέλος της βραδιάς αφού ψώνιζαν και άλλες κυρίες τις στιγμές που εγώ χανόμουν στα βαθιά νερά του τζόγου.
Είχα έντονη την αίσθηση της έκθεσής μου. Ήμουν και δεν ήμουν γυναίκα κανενός. Μεγάλη χαρά και μεγάλη λύπη. Μόνη, πολλές βραδιές άφηνα τα άπληστα μάτια να με γδύνουν και να με παρασύρουν σε δρόμους ηδονής. Άλλες φορές εγώ παρέσυρα συμπαίχτες της βραδιάς στα όργια της φαντασίας μου.
Ένα παιχνίδι χωρίς αρχή και τέλος γεμάτο σπέρμα και αίμα, ένα παιχνίδι απρόβλεπτο. Τα πρωινά ξυπνούσα με μια ευφορία ανάμικτη με ένα αίσθημα κενού. Έπαιρνα τους δρόμους για να ξεχαστώ στις βιτρίνες, να αφήσω το χρόνο και τον ήλιο να επουλώσει τις πληγές, να μπορέσω το βράδυ πάλι να φορέσω το καινούριο μου φόρεμα και να πρωταγωνιστήσω στο στρογγυλό πράσινο τραπέζι που νόμιζα πως δε λειτουργεί χωρίς εμένα.
Μήνας φωτός
(από τη συλλογή «Σχεδόν πια ναυτικός»)Οι άντρες στο καφενείο. Όπως πάντα. Η μέρα έπεσε μαζί με τον ήλιο. Νέα δεν υπάρχουν. Εφημερίδες δεν έρχονται και ποιος να τις διαβάσει δηλαδή; Όλοι γύρω από το νέο κουτί. Έχει και χρώματα, έχει και τηλεκοντρόλ.
Ο άγνωστος που μπαίνει αλλάζει τον αέρα. Κρύο, του αέρα ή των λόγων - για λίγο. Τον ρώτησαν, τους ρώτησε. Τον κέρασαν. Του είπαν πολλά. Σαν να τον ήξεραν χρόνια. Λίγο αργότερα αγόρασαν.
- Να 'ναι καλά ο άνθρωπος.
Ο κυρ Κώστας καιρό τώρα δεν έβλεπε. Ξαφνικά βρήκε το φως του. Δοκίμασε καμιά ντουζίνα γυαλιά. Τα πιο καλά διάλεξε, τα πιο ακριβά.
- Να 'ναι καλά ο άνθρωπος.
Πέρασε κιόλας ένας μήνας.
Μήνας φωτός, είπε ο κυρ Κώστας. Έως ότου έμαθε πως φορούσε γυαλιά πεθαμένου. Γυαλιά από νεκροτομείο. Φως νεκρού, φως κλεμμένο. Τα 'σπασε με μιας. Τα κομμάτια τους γέμισαν το καφενείο. Στο ίδιο σημείο που τα αγόρασε, παρουσία όλων.
Εβδομήντα χρόνια τώρα, ζωή μαύρη, άφωτη.Ημερολόγιο (α. Έτσι, για σιγουριά)
(από τη συλλογή «Πόλεμος ήταν πικραλίδες με αγάλματα»)Το μέτωπο ιδρώνει, σκιές γεμίζει το σκοτάδι. Αγγίζοντας τα όρια γεύομαι τον ιδρώτα της αγωνίας, τον παλμό των αλόγων που αφήνιασαν. Σε ξένα προσκέφαλα εκστασιάζεσαι. Σχεδιάζεις εικόνες, κολυμπάς στα γέλια των χαδιών. Θυμώνω. Αλλά κάθε ταξίδι διεκδικεί τη δική του ζωή. Γαντζώνεται πάνω στο λυριαμό των λόγων, στη γύψινη γιρλάντα του χρόνου, στο φόβο της πρόβλεψης. Τα φύλλα των αναμνήσεων τρυπούν ως φως ατίθασο τα ερμητικά μπαούλα. Ο Μάης έκλεψε από την προσδοκία και το καλοκαίρι από την ανάσα σου. Τώρα πια η ηρεμία χάθηκε. Σπάνε οι κλειδαριές καλά κρυμμένων μυστικών.
Απόψε θα βγούμε. Να ετοιμαστείς. Οι βροχές που έρχονται θα μας βρουν μαζί.Υδάτινοι δρόμοι
(από τη συλλογή «Πόλεμος ήταν πικραλίδες με αγάλματα»)Λεπτές ξύλινες γόνδολες προβάλουν με το πρώτο φως της μέρας. Παχιά πάχνη καλύπτει τη λίμνη. Στο βορειοδυτικό τμήμα της κάθε ξημέρωμα γίνεται η πλωτή αγορά φρούτων, λαχανικών και λουλουδιών. Τυλιγμένοι στις μαύρες μακριές κάπες τους αμίλητοι μελαψοί ντόπιοι οδηγούν τις βάρκες που δεν ξεχωρίζουν από το βαρύ φορτίο τους.
Πιο κει ξύλινα μαγαζάκια στηριγμένα σε πασσάλους προσφέρουν τσάι, καφέ, γάλα και ψωμένια πιτάκια. Όλες αυτές οι βάρκες που γεμίζουν το τοπίο μετά από μία, το πολύ μιάμιση ώρα, έχουν φύγει. Έμποροι και πελάτες έχουν εξαφανιστεί.
Τα μάτια μου γεμάτα νούφαρα, πάπιες που κολυμπούν, τα φώτα στα παράθυρα των λιμνόσπιτων. Στην ψυχή μου η αρμονία τοπίου και ανθρώπων, η σιωπή και η γαλήνη τους. Κάποιες γυναίκες έπλεναν τα ρούχα τους ενώ πιο κει παιδιά έπαιζαν με τα νερά, έπλεναν τα δόντια τους.
Μια καμπανούλα αγόρασα. Με βοηθά τις ώρες που θέλω να θυμηθώ. Μια καμπανούλα αυτοσυγκέντρωσης . Για τις ώρες που δεν ξεχνώ ότι ο παράδεισος είναι η στιγμή.
Στην αχλύ της μνήμης
Φορούσες μάλλινο γιλέκο
λευκό πουκάμισο
τζιν παντελόνι
Περπατούσες δίπλα στα ορμητικά
νερά του ποταμού
ο ήχος τους να τρυπάει τα τύμπανα
γυμνά γκρίζα δέντρα παντού.
Θυμάμαι πάλι:
κατακόκκινο, μάλλινο γιλέκο
ριγέ, λευκό πουκάμισο
μπλε, τζιν παντελόνι.
Νύχτα πάνω στη νύχτα
και το μυαλό σου λέμβος
ακυβέρνητη κραύγαζε:
Η ζωντάνια δεν περπατά με τη σιγουριά.
Πάλι βρέχει
Σκαλίζεις αθόρυβα
λέξεις και φλοίδες φθαρμένων δέντρων
στα ίδια δωμάτια ξενοδοχείων ονειρεύεσαι
αμήχανος στην παντοδυναμία
του ορίζοντα
στην αγκαλιά των τεσσάρων τοίχων
καλώδια ξηλώνεις
να φτάσεις στα άκρα
διηγήσεις χαράς και δακρύων
από το παρελθόν από το μέλλον
κατακαλόκαιρο ή καταχείμωνο
καμιά σημασία
σμήνος ωρών πάνω σε μια μηχανή
με το γκάζι πατημένο
σε μια ψευδαίσθηση αθανασίας
Αφιέρωμα στη ζωγράφο Ντόρα Αντωνιάδου «Η Ντόρα Αντωνιάδου ανήκει σ' εκείνους τους καλλιτέχνες, που ταυτίζουν τη ζωή τους με το έργο τους. Γι' αυτούς η τέχνη δεν είναι ούτε έκφραση ανησυχιών, ούτε εκτόνωση, αλλά το ίδιο τους το προσωπικό βίωμα. Δρ. Στέλιος Λυδάκης, Ιστορικός Τέχνης
«...Η Αντωνιάδου "χτίζει" τη φιγούρα και την επιβάλλει στην όραση του θεατή ενώ ταυτόχρονα την "γκρεμίζει" αποποιώντας, μέσα από τις επικολλημένες φράσεις, τη ρεαλιστική υπόστασή της και τον όγκο της. Είναι η επιβολή και η παράλληλη κατάργηση της εικόνας. Η ανίχνευση πολλαπλών μορφών δημιουργίας και διαφορετικών μορφών προσέγγισης, όπως αυτή εμφανίζεται μέσα από τις εικαστικές ανησυχίες της ζωγράφου...» Μπία Παπαδοπούλου, Ιστορικός Τέχνης
«Η Μοντέρνα όψη των εικονιζομένων νέων γυναικών, ενεργοποιεί τη σκέψη πάνω στο παρόν της μοναξιάς και ενός εγκλεισμού όχι κυριολεκτικού αλλά μεταφορικού -του ανθρώπου στον εαυτό του- εντάσσοντας έτσι το έργο στη συγχρονία. Βέρα Βασαρδάνη, Ιστορικός Τέχνης
'Την τε ζωγραφίαν άφθογγον είναι ποίησιν'. «...Υπάρχει Μια βαθιά διαλεκτική μέσα στα έργα της Ντόρας Αντωνιάδου, που επιβάλλει το πέρασμα από την αισθητική εμπειρία στην εγκεφαλική διεργασία. Η οπτική απόλαυση ποτίζεται από τη βαθιά τραγικότητα. Η χρωματική ισορροπία, παραπέμπει στην ανελέητη ισορροπία της ζωής και του θανάτου. στη ζωντάνια ελλοχεύει ο θάνατος. στο χαμόγελο και στη γλυκύτητα των μορφών, η βαθύτατη θλίψη, μια αδήλωτη μελαγχολία και η αγάπη ανεπίδοτη. Βέρα Βασαρδάνη, Ιστορικός Τέχνης |
Ζωγραφιές από τη συλλογή του Ν. Τομαρά |
αίδευση






